Η καταγωγή του Οκιναβέζικου Καράτε

του Σάββα Π. Μαστραππά

Το 1816, ο αυτοκράτορας Ναπολέων, σε εξορία στην Αγία Ελένη, όταν έμαθε ότι οι κάτοικοι της Οκινάβα δεν ήταν οπλισμένοι, ρώτησε: “Άοπλοι; Θέλετε να πείτε ότι δεν έχουν κανόνια;” Καθώς οι συνομιλητές του, δύο Άγγλοι, του εξηγούσαν ότι οι Οκιναβέζοι δεν είχαν ούτε σπαθί, ούτε μαχαίρι, ούτε κανενός είδους όπλο, ο Ναπολέων ανεφώνησε: “Θέλετε να πείτε ότι δεν κρατάνε στ’ αλήθεια κανένα όπλο; Δεν μπορώ να καταλάβω έναν λαό, που δεν ενδιαφέρεται για τον πόλεμο».
Τοποθετημένο ανάμεσα στον νότο της Ιαπωνίας και το νησί Ταϊβάν, στα ανοιχτά της Κίνας, το αρχιπέλαγος των Ryû-Kyû, γνώρισε μία ταραγμένη ιστορία. Κατακτημένοι διαδοχικά από τους Κινέζους και μετά από τους Ιάπωνες, οι κάτοικοι της Οκινάβα, του κύριου νησιού, ανέπτυξαν μία μέθοδο μάχης με γυμνά χέρια, εμπνευσμένη από το Κουγκ-Φου. Αυτή η τέχνη, μεταδιδόμενη στα κρυφά μέχρι τον 19ο αιώνα, εισήχθη το 1905 στα γυμνάσια του νησιού. Μονάχα το 1936 οι δάσκαλοι της Οκινάβα, αποφάσισαν να υιοθετήσουν τον όρο Καράτε.
Από την εισαγωγή του στην Ιαπωνία, το 1922, το Καράτε τροποποιήθηκε λίγο-λίγο. Από μαχητική τέχνη, εξελίχθηκε σε άθλημα με την εμφάνιση ειδικότερα των αγώνων. Παρ’ όλα αυτά, στην Οκινάβα, δουλεύουν ακόμα την αρχαία μορφή της τέχνης, όπως την είχαν μάθει οι δάσκαλοι Funakoshi, Mabuni και Miyagi, οι πατέρες του μοντέρνου Καράτε.
Ακόμη και τώρα, η Οκινάβα, που έχει έκταση μόλις 120 χλμ. μήκος, επί 30 χλμ. πλάτος, δεν έχει λιγότερα από διακόσια dôjô, διανεμημένα σε εικοσιτέσσερις διαφορετικές σχολές!

Η ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΜΑΧΗΤΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΙΝΑ ΣΤΗΝ ΟΚΙΝΑΒΑ

Ξεκινώντας από το 1372, ο αυτοκράτορας της Κίνας, είναι αυτός που απονέμει τον τίτλο στους βασιλείς του Ryû-Kyû. Με αυτόν τον σκοπό, πηγαίνει στο Ryϋ-Kyû μία κινέζικη αντιπροσωπεία, επί τη ευκαιρία κάθε διαδοχής του θρόνου. Οι κάτοικοι του Ryϋ-Kyû (Οκινάβα) ονόμαζαν “ukanshin” –πλοίο του στέμματος- το πλοίο που έφερνε την κινέζικη αντιπροσωπεία. Από το 1372 ως το 1866, αυτό το γεγονός επαναλήφθηκε 23 φορές. Η αντιπροσωπεία αποτελείτο από πολιτικούς και στρατιωτικούς υπαλλήλους – το δυναμικό της ανερχόταν στα 500 άτομα. Έμεναν από τρείς έως δέκα μήνες στο Ryû-Kyû, πράγμα που αντιπροσώπευε ένα τεράστιο βάρος για τα οικονομικά του νησιού, τόσο πολύ που κάποιες φορές, η κυβέρνηση του Ryϋ-Kyû έκρυβε τον θάνατο του βασιλιά, για να καθυστερήσει αυτό το έξοδο. Μπορούμε να υποθέσουμε, ότι αυτή η αντιπροσωπεία έπαιξε έναν σημαντικό ρόλο, στη μετάδοση της μαχητικής τέχνης.

ΟΙ ΚΙΝΕΖΟΙ ΤΟΥ KUME

Το 1392, μετά από παράκληση του βασιλιά του Ryϋ-Kyû, Satto, μία ομάδα από κινέζους μετοίκους εγκαταστάθηκε στο χωριό Kumé, στην περιοχή Naha (η πιο σημαντική πόλη στο νησί). Αυτή την ομάδα την ονόμαζαν “οι 36 οικογένειες”, αλλά δεν είναι σίγουρο ότι αυτός ο αριθμός αντιπροσωπεύει στ’ αλήθεια το πλήθος τους. Οι οικογένειες αυτές και οι απόγονοί τους, ζούσαν σε κλειστό κύκλο, μένοντας προσκολλημένοι στις κομφουκιανικές και ταοϊστικές πεποιθήσεις. Απολαμβάνοντας πολλά προνόμια, οι οικογένειες αυτές κρατούσαν σημαντικές θέσεις, στη σχέση Κίνας-Οκινάβας. Ήταν επιφορτισμένες με τη σύνταξη των επίσημων κειμένων και έπαιζαν σημαντικό ρόλο στη διαδικασία συγκέντρωσης της εξουσίας και στη διατήρηση της σχέσης εξάρτησης με την Κίνα. Επιπλέον, γνώριζαν πιο εξελιγμένες τεχνικές, κυρίως σε ό,τι αφορούσε τη ναυπηγική και τη ναυσιπλοΐα, τις οποίες και εξάπλωναν.
Κατά πάσα πιθανότητα, οι κάτοικοι αυτού του κλειστού χωριού, εξασκούσαν μία μαχητική τέχνη. Αυτή η τέχνη, ήταν μία επίδειξη των δικαιωμάτων τους και την ίδια στιγμή ενίσχυε την εξουσία τους και την ικανότητά τους για άμυνα. Το 1429, ο βασιλιάς Sho Hashi ενοποίησε την Οκινάβα και απαγόρευσε την κατοχή οποιουδήποτε όπλου. Τότε, το νησί γνώρισε ένα είδος “χρυσού αιώνα” και οι εμπορικές συναλλαγές εντάθηκαν όχι μόνο με την Κίνα, αλλά επίσης και με την Μαλαισία, Ινδονησία, Ταϋλάνδη, Κορέα …. Η ζύμωση διαφόρων τεχνικών, κατέληξε να εμπλουτίσει την τοπική μαχητική τέχνη.

Η ΦΥΛΗ ΤΩΝ SATSUMA

Το 1609, η ιαπωνική φυλή των Satsuma, επέβαλε την κυριαρχία της στο Ryû-Kyû. Η κατοχή κάθε λευκού όπλου (σ.μ. με λεπίδα), απαγορεύτηκε αυστηρά εκ νέου. Οι ασκούμενοι στο κινέζικο Kenpô και στο οκιναβέζικο Tôte αποφάσισαν λοιπόν να ενωθούν μυστικά. Η ένωσή τους γέννησε το Te (χέρι), τη μαχητική τέχνη της Οκινάβα. Αυτή την εποχή, το Te έφτασε στο πιο ψηλό του επίπεδο αποτελεσματικότητας: η προπόνηση γινόταν τη νύχτα, σε άκρα μυστικότητα. Εξασκούσαν τη σκλήρυνση των φυσικών όπλων του σώματος, με σκοπό να μπορέσουν να σκοτώσουν με γυμνά χέρια, έναν σαμουράι με πανοπλία. Η ανάπτυξη του Kobudô, δηλαδή της χρήσης των γεωργικών εργαλείων ως όπλων, ανάγεται επίσης σε αυτήν την εποχή.
Η μετάδοση από δάσκαλο σε μαθητή γινόταν φυσικά προφορικά, πράγμα που εξηγεί την έλλειψη κειμένων, που αφορούν αυτή την περίοδο. Παρ’ όλα αυτά, η ιστορία συγκράτησε δύο ονόματα. Το πρώτο είναι αυτό ενός κινέζου εξπέρ, του Kung Syanag, που έμεινε γνωστός με το όνομα Kusanku, ο οποίος, το 1761, έκανε μία επίδειξη στην Οκινάβα. Η δημιουργία του κάτα Kusanku (ή Kanku στα γιαπωνέζικα), χρονολογείται από τότε. Το δεύτερο όνομα είναι αυτό του Sakugawa. Γεννημένος το 1782 (;) στο Shuzi, υπήρξε μαθητής του Kusanku και ενός μοναχού, Peichin Takahara. Μετά το θάνατο των δύο ανδρών, ο Sakugawa ξεκίνησε να διδάσκει την τέχνη του και έγινε διάσημος με το όνομα Tode Sakugawa. Πέθανε το 1865 (;). Όλες οι γνωστές γενεαλογίες ξεκινούν από τον Sakugawa, πρώτον “επίσημο” δάσκαλο.


TODE SAKUGAWA

Το Καράτε της Οκινάβα, περιέχει διάφορα στοιχεία της κινέζικης μαχητικής τέχνης. Η πλειοψηφία προέρχεται από το ρεύμα της Σχολής του Νότου, αλλά μελετώντας από κοντά τις τεχνικές, είναι δυνατό να βεβαιώσουμε, ότι δύο από τα τρία ρεύματα του Καράτε, το Shuri-Te και το Tomari-Te, περιέχουν ρητά ορισμένα στοιχεία της Σχολής του Βορρά.
Ο Sakugawa, είχε πάρει κατ’ εξαίρεση άδεια να διαμένει στο Πεκίνο, όπου εξασκούσαν τη σχολή του ΒΟΡΡA. Μπορούμε εύκολα να υποθέσουμε, ότι η εισαγωγή στοιχείων της Σχολής του Βορρά από έναν ταξιδιώτη από την Οκινάβα, οφείλεται στον Sakukawa. Μέχρι τότε, η πλειοψηφία των ανθρώπων που κατάγονταν από το Ryû-Kyû διέμεναν στην πόλη Fuzhou, στον νότο της Κίνας, στην οποία επικεντρώνονταν το εμπόριο με το Ryϋ-Kyû. Γι’ αυτό, πριν από τον Sakugawa, τα κυρίαρχα στοιχεία του Καράτε, βασίζονταν κυρίως στις επιρροές της κινέζικης μαχητικής τέχνης, της Σχολής του Νότου. Ένας νεωτερισμός αρχίζει στην παράδοση του Καράτε της Οκινάβα, ξεκινώντας από τον Sakugawa, με την εισαγωγή καινούργιων στοιχείων. Αυτά τα στοιχεία, χαρακτηρίζουν το ρεύμα του Shuri και στη συνέχεια το ρεύμα του Tomari, που προέρχεται απ’ αυτό.
Σύμφωνα με την εγκυκλοπαίδεια του Budo, ο Sakugawa πήγε τρεις φορές στην Κίνα, κάνοντας το ταξίδι μέχρι το Πεκίνο. Με την ευκαιρία του τρίτου του ταξιδιού, παρουσίασε τις γνώσεις του από το Πεκίνο στον μικρότερό του Sokôn Matsumura, ο οποίος επρόκειτο στη συνέχεια, να έχει μεγάλη επιρροή στο Καράτε της Οκινάβα. Κατά τη διαμονή του στο Πεκίνο, ο Kanga Sakugawa αρρώστησε και πέθανε το 1837. Η σωρός του Sakugawa, ενταφιάστηκε σε προάστιο του Πεκίνου και ένας απόγονός του πέμπτης γενιάς, ανακάλυψε τον τάφο του το 1932.
Είναι πάντως σίγουρο ότι το όνομα Tôdei Sakugawa, δηλαδή “Sakugawa εξπέρ της μαχητικής τέχνης της Κίνας”, έχει χαραχθεί στη συλλογική μνήμη της Οκινάβα. Ένα κάτα με κοντάρι, με όνομα Sakugawa no Kon, έχει μεταδοθεί μέχρι τις μέρες μας. Σύμφωνα με τους S. Nagamine και T. Miyagi, σύγχρονους δασκάλους του Καράτε, η έκφραση Tôdei Sakugawa, εκθειάζοντας την τέχνη του Sakugawa, υπονοεί μία σύγκριση και άρα αποδεικνύει, ότι υπήρχε τότε στην Οκινάβα μία συγκρίσιμη μαχητική τέχνη. Αυτό είναι μία απλή υπόθεση. Υπάρχει και άλλη δυνατή ερμηνεία. Στην Οκινάβα, ο όρος “Tô” (Κίνα) χρησιμοποιείται ως επίθετο, για να δηλώσει την τελειότητα σε κάτι κινέζικο. Η έκφραση “Tôdei Sakugawa”, μπορεί να εκφράζει λοιπόν την τελειότητα του εξπέρ Sakugawa, χωρίς να συνεπάγεται την αντίθεση ανάμεσα στην κινέζικη τέχνη και μία τοπική τέχνη. Η ιστορία του Καράτε στην παράδοση της Οκινάβα, παίρνει μία μορφή λίγο πιο συγκεκριμένη, ξεκινώντας από τον Sôkon Matsumura (1809-1899). Στην πραγματικότητα, οι έρευνες για την πρώτη Σχολή του Καράτε, της οποίας η επιρροή στη σημερινή πρακτική είναι ορατή, οδηγούν σε αυτόν. Ήταν ο πρώτος που μετέδωσε μία συστηματική μέθοδο. Αυτό που ονομάζουμε Shuri-Te προέρχεται από την τέχνη του και η επιρροή του συνεισέφερε ρητά, στη δημιουργία του Tomari-Te. Είναι πιθανό ο Matsumura να δέχθηκε τη διδασκαλία του Sakugawa, αλλά, σύμφωνα με την προφορική παράδοση, υπέδειξε σαν δάσκαλό του στην κινέζικη μαχητική τέχνη, έναν Κινέζο ονόματι “Iwâ”. Κανένα κείμενο δε δηλώνει ότι είχε σχέσεις με τον Sakugawa.

SOKON MATSUMURA

Στις διαφορετικές εκδοχές της Ιστορίας της μαχητικής τέχνης της Οκινάβα, το πρόσωπο του Matsumura είναι θρυλικό. Είναι σημαντικό για να κατανοήσουμε την επιρροή που είχε, να λάβουμε υπ’ όψιν ότι είχε σπουδάσει τη μαχητική τέχνη στην Οκινάβα, στην Ιαπωνία και στην Κίνα. Ο Matsumura Sôkon Bucha προερχόταν από μία αριστοκρατική οικογένεια του Ryû-Kyû. Στα είκοσί του εχρήσθη σωματοφύλακας του Πρίγκιπα, στο Παλάτι του Shuri. Δεν γνωρίζουμε από ποια ηλικία ξεκίνησε να εξασκεί μία μαχητική τέχνη, αλλά η θέση του ως σωματοφύλακα του Πρίγκιπα, μας οδηγεί να υποθέσουμε ότι τη στιγμή της τοποθέτησής του, είχε ήδη αποκτήσει ένα συγκεκριμένο επίπεδο. Τη χρονιά που ακολούθησε την τοποθέτησή του, ο Matsumura γνωρίζει έναν δικαστή, τον Satsuma και αυτός του εξασφαλίζει την κατ’ εξαίρεση άδεια, να μελετήσει την τέχνη του σπαθιού, της σχολής Jigen-ryû. Η εξάσκηση και οι διδαχές αυτής της σχολής, προορίζονταν αποκλειστικά για πολεμιστές που επρόσκειντο στην αυλή και κανονικά δεν επιτρεπόταν στον Matsumura, που υπηρετούσε τον Βασιλιά του Ryû-Kyû, ο οποίος ήταν υποτελής του Satsuma. Μπορούμε να φανταστούμε, με τι δύναμη εκείνος ο δικαστής πρέπει να πρότεινε τον Matsumura, για να του επιτραπεί να διασχίσει την πόρτα του dôjô, του Οίκου Satsuma, στο Ryû-Kyû. Σύμφωνα με το έθιμο, παίρνει όρκο, σφραγισμένο με το αίμα του, να διαφυλάξει με άκρα μυστικότητα όλα όσα μάθει.

ΜΑΘΗΤΗΣ ΤΟΥ JIGEN-RYÛ

Το 1832, στα 24 του χρόνια, ο Matsumura στέλνεται στην αυλή του Satsuma, για μία αποστολή είκοσι έξι μηνών. Παίρνει από την κυβέρνηση του Ryû-Kyû και από το παλάτι του Satsuma, την άδεια να εξασκηθεί στη Σχολή του σπαθιού Jigen-ryû. Η βασική εκπαίδευση του Jigen-ryû, λέγεται “Tategi-uchi”. Συνίσταται στο χτύπημα ενός κορμού δέντρου, με ένα πολύ στέρεο κομμάτι ξύλου, μήκους περίπου ενός μέτρου και τριάντα. Ξεκινώντας από μία απόσταση τεσσάρων ή πέντε μέτρων, πρέπει να πεταχτεί κανείς με τρία βήματα προς ένα δέντρο, βγάζοντας μία κραυγή, στην οποία βάζει τόση ενέργεια, όση αν ήταν η τελευταία της ζωής του, και να χτυπήσει τον κορμό με όλη του τη δύναμη.
Στη Σχολή Jigen-ryû, η εκπαίδευση του Matsumura συνίσταται κυρίως στο “Tategi-uchi” –τρεις χιλιάδες το πρωί και οκτώ χιλιάδες το βράδυ- ακολουθούμενα από εξάσκηση στο dôjô. Μετά από δύο χρόνια παραμονής στο Satsuma, ο δάσκαλός του, Ijûin, του απονέμει το δίπλωμα του Jigen-ryû, που πιστοποιεί ότι δέχθηκε την αυθεντική γνώση της σχολής του. Ο Matsumura γυρίζει λοιπόν στο Ryû-Kyû. Είναι είκοσι έξι ετών.
Το 1836, δύο χρόνια μετά την επιστροφή του στο Ryϋ-Kyû, ο Matsumura φεύγει για το Πεκίνο, με μία αποστολή του Βασιλιά του Ryû-Kyû, στον Αυτοκράτορα της Κίνας. Κατά τη διάρκεια των δεκαπέντε μηνών της παραμονής του στο Πεκίνο, ο Matsumura μαθαίνει την μαχητική τέχνη, κοντά σε ένα Κινέζο δάσκαλο, τον Wèi Bô, που διαβάζεται “Iwâ”, με την γιαπωνέζικη προφορά της Οκινάβα. Συνήθως, χωρίζουμε την κινέζικη μαχητική τέχνη σε δύο ρεύματα, αυτό του Βορρά και αυτό του Νότου. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι η σχολή του “Iwâ”, ανήκε στο ρεύμα του Βορρά.

Ο MATSUMURA ΣΤΟ ΠΕΚΙΝΟ

Πρόκειται πιθανότατα για τη σχολή του Xingyi-quan, μία από τις τρεις κύριες σχολές του Βορρά, γιατί ήταν η σχολή με την μεγαλύτερη αποδοχή από τους χιλιάδες στρατιωτικούς του Πεκίνου, τους οποίους ο Matsumura συναντούσε. Από την άλλη, στο κάτα του Καράτε, που μεταδόθηκε μέχρι σήμερα με το όνομα Matsumura no Bassai (Passai), μπορούμε να παρατηρήσουμε μία τεχνική συναφή του zuan-quan, μία από τις πέντε βασικές κινήσεις του Xingyi-quan. Αυτό το κάτα, περιέχει επίσης τεχνικές πολύ κοντινές στο Ma-quan, χτύπημα του αλόγου, του Xingyi-quan. Από την άποψη των τεχνικών κινήσεων, το Καράτε του ρεύματος Shuri-Te, παρουσιάζει πολλές άλλες ομοιότητες με το Xingyi-quan και άλλες σχολές του Βορρά της Κίνας.
Γυρνώντας στο Ryû-Kyû το 1837, ο Matsumura αναλαμβάνει πάλι τα καθήκοντα του σωματοφύλακα του Βασιλιά. Αυτήν την εποχή, αλλάζει τα ιδεογράμματα του τίτλου του, “Sôkon” που σήμαινε “κύριος απόγονος”, διαλέγοντας τα ιδεογράμματα που, με την ίδια προφορά, σημαίνουν “δάσκαλος της τέχνης του ραβδιού”. Διηγούνται ότι αυτό το όνομα του είχε δοθεί από τον δάσκαλό του, “Iwâ”, ο οποίος τον είχε κρίνει δάσκαλο στην τέχνη του ραβδιού. Από την άλλη, στο Πεκίνο, ονόμαζαν τον Matsumura “Wu-Chèng-da”, δηλαδή “αυτός που τελειοποιείται στην τέχνη της μάχης”. Αυτό το όνομα, του είχε δοθεί επίσης από ένα Κινέζο δάσκαλο. Ο Matsumura διατηρεί τη θέση του σωματοφύλακα του Βασιλιά, κάτω από τις διαταγές τριών διαδοχικών βασιλιάδων και παράλληλα με τα επίσημα καθήκοντά του, εμβαθύνει την τέχνη του, συναντώντας Κινέζους δασκάλους που έμεναν στο Ryû-Kyû ή μελετώντας τις μαχητικές τεχνικές των κατοίκων του Ryϋ-Kyû.

ΤΟ ΚΑΡΑΤΕ ΜΠΑΙΝΕΙ ΣΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ

Ο Matsumura, αρχίζει σιγά-σιγά να διδάσκει την τέχνη του. Η Σχολή του παίρνει αργότερα το όνομα “Shuri-Te”, από το όνομα της περιοχής που έμενε. Μία παραλλαγή αυτής της Σχολής, με όνομα “Tomari-Te” αναπτύχθηκε στο γειτονικό χωριό Tomari. Η άσκηση της γροθιάς στο μακιβάρα είναι συνηθισμένη στην Οκινάβα, αλλά δεν υφίσταται στην Κίνα. Είναι μήπως μία επέκταση και μία εφαρμογή του “Tategi-uchi” που ο Matsumura έκανε στη Σχολή Jigen-ryû; Έστω και αν η μακιβάρα είναι μεταγενέστερη του Matsumura, είναι σίγουρο ότι η εμπειρία του επηρέασε πολύ τον τρόπο χρήσης της.
Τον δέκατο ένατο αιώνα, το Okinawa-Te επρόκειτο να πάρει την οριστική του μορφή. Το 1875, η κατοχή από τους Satsuma πήρε τέλος και το νησί έγινε επίσημα ένας νομός της Ιαπωνίας. Η διδασκαλία δεν ήταν πλέον μυστική, αλλά έπρεπε να περιμένουμε μέχρι το 1905, για να δούμε το Καράτε να γνωρίζει επιτέλους δημοτικότητα. Εκείνη τη χρονιά, με πρωτοβουλία του δασκάλου Anko Itosu, ενός από τους μεγαλύτερους καρατέκα της εποχής του, η μαχητική τέχνη της Οκινάβα εισήχθη επίσημα στα δημόσια σχολεία.

ANKO ITOSU

Ο Anko Itosu γεννήθηκε το 1830, στην πόλη Shuri. Υπήρξε ο εξωτερικός μαθητής του Sokon Matsumura, ενώ εσωτερικός μαθητής του ήταν ο Anko Azato. O Itosu και ο Azato, ήταν άλλωστε επιστήθιοι φίλοι. Ο Itosu έμεινε 8 χρόνια δίπλα στον Sokon Matsumura, από το 1840 μέχρι το 1848. Κέρδισε πολλά από τη διδασκαλία του Shinpan Gusukuma, καθώς και από τη διδασκαλία του εσωτερικού μαθητή του Iwah (στρατιωτικός ακόλουθος), του Yasuri. Ο Itosu έμεινε στην ιστορία για έναν ιδιαίτερο λόγο: το 1905, εισήγαγε το Okinawa-Te, στο πρόγραμμα φυσικής αγωγής των γυμνασίων και των λυκείων της Okinawa. Χάρη σε αυτό, το ενδιαφέρον των Ιαπώνων για την πολεμική τέχνη της Okinawa, έγινε όλο και μεγαλύτερο. Τότε πραγματοποιήθηκε η πρώτη επίδειξη του Okinawa–Te, μπροστά σε ευρύ κοινό. Η αύξηση του αριθμού αυτών που άρχισαν να ασχολούνται με το Okinawa–Τe, έκανε τον Itosu να συνειδητοποιήσει, ότι τα παλιά kata ήταν πολύ μεγάλα και πολύπλοκα, για να διδάσκονται σε γυμνάσια. Έτσι δημιουργήθηκαν τα πέντε Pinan (Heian) (τότε ο Itosu ήταν 77 ετών). Τα μικρά αυτά kata είναι απλοποιημένα, σε σχέση με τα kata της κλασσικής και πιο αυστηρής εκπαίδευσης: “Hito Kata San Nen”, ένα kata μέσα σε τρία χρόνια, λέει ένα παλιό γνωμικό. Η σειρά των Pinan, δημιουργήθηκε με βάση τη μορφή και την αίσθηση του Kushanku, Passai, Chinto και Jion. Η αρχική μορφή που τους έδωσε ο Itosu, βρίσκεται στο Matsubayashi-Ryû, του Nagamine.
Ο Αnko Itosu, ήταν ψηλός και δυνατός για Ασιάτης και μάλιστα της εποχής εκείνης. Κατά τη διάρκεια της ζωής του, αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει πολλές προκλήσεις. Στην Okinawa, η γιγαντιαία δύναμή του και η γροθιά του, αποτελούν πλέον θρύλο. Το 1905, στα 75 του χρόνια, εξουδετέρωσε την επίθεση ενός νεαρού judoka, με μια και μόνο κίνηση. Μια άλλη φορά, ένας νεαρός μαθητής που ήθελε να τον δοκιμάσει, τον χτύπησε στην πλάτη. Ο Itosu δέχτηκε το tsuki αδιαμαρτύρητα και συνέχισε τον δρόμο του σαν να μην είχε συμβεί τίποτα, χωρίς καν να γυρίσει να δει, κάτι που προκάλεσε αμηχανία στον νεαρό. Μια μέρα, ένας νεαρός πολεμιστής του επιτέθηκε στο δρόμο και εκείνος του μπλόκαρε και του γράπωσε τη γροθιά, με το ένα χέρι. Μετά, χωρίς να δώσει σημασία στις διαμαρτυρίες του αντιπάλου του, τον έσυρε σε ένα εστιατόριο και εκεί, πάντα με το ένα χέρι, τον έριξε πάνω σε ένα τραπέζι και τον έβαλε να κάτσει. Εκεί, αφού χαλάρωσε τη γροθιά του, που ήταν δυνατή σα μέγγενη, ο δάσκαλος Itosu κάλεσε το νεαρό άντρα να πιεί, ενώ ταυτόχρονα τον επέπληξε: « Eίναι σωστό να επιτίθεσαι σ’ έναν γέρο σαν και μένα;».
Την πιο σημαντική πρόκληση που εκλήθη να αντιμετωπίσει, τη δέχτηκε στα νεανικά του χρόνια. Ο μαθητής τού Ason (Naha–Te), Tomoyose, ήταν ιδιαίτερα έμπειρος και πιο μεγάλος σε ηλικία από τον Itosu. Αυτός κάλεσε τον Itosu σε αγώνα, σε μια εποχή όπου οι προκλήσεις ανάμεσα στο Shuri–Te και το Naha–Te ήταν συχνές, κυρίως μεταξύ νεαρών μαθητών και που ο Tomoyose είχε τον τίτλο του πρωταθλητή της σχολής του. Σε μια τέτοια πρόκληση μεταξύ των δύο σχολών, ο Itosu ανέλαβε την υποχρέωση να εκπροσωπήσει το Shuri–Te. Με την πρώτη του γροθιά, ο Tomoyose έσπασε τον πήχη του, από το shoto-uke του Itosu. Ο αγώνας προφανώς διεκόπη… Ένας από τους επιφανέστερους μαθητές του Itosu, υπήρξε ο Gichin Funakoshi, ο άνθρωπος που συνέβαλε ουσιαστικά στη σύγχρονη διάδοση του καράτε-ντο.
Υπήρξε ακόμη δάσκαλος των Kentsu Yabu, Chomo Hanashiro, Chotoku Kyan, Moden Yabiku, Choshin Chibana, Shinpan Gusukuma, Anbun Tokuda και Kenwa Mabuni.
Ο Αnko Itosu, του οποίου οι παιδαγωγικές ικανότητες ήταν αδιαμφισβήτητες, έσβησε το 1915, την ίδια χρονιά με τον μεγάλο δάσκαλο του Naha-Te, τον καλό του φίλο Kanryo Higaonna.

KANRYO HIGAONNA

Αρχικά το Naha–Te, από το οποίο θα δημιουργηθεί αργότερα το Gojû-Ryû, διακρινόταν σε δύο στυλ: το Ason και το Waishing. Το Ason θα σβήσει με τον Tomigusuki. Αντίθετα, το Waishing με τη βοήθεια του Higaonna και του μαθητή του Chôjun Miyagi, θα δημιουργήσει τη σχολή Gojû. Ο Kanryo Higaonna, γεννήθηκε το 1845 και ονομάζεται άλλοτε Higaonna, άλλοτε Higashionna και άλλοτε Higahonna. Παίρνει το παρατσούκλι «Higaonna της δύσης», ώστε να διακρίνεται από τον ομώνυμό του, που ζούσε στο αρχιπέλαγος. Στα νεανικά του χρόνια, ο Kanryo μελέτησε το Shuri-Te, υπό την καθοδήγηση του δασκάλου Sokon Matsumura, ο οποίος πέθανε το 1896. Γνώριζε συνεπώς τις αρχές αυτού του στυλ, από το οποίο, με τη βοήθεια των δασκάλων Itosu και Azato, θα δημιουργηθεί μεταξύ άλλων και η σχολή Shotokan. To 1870, o Higaonna δουλεύει για κάποιον μεγαλέμπορο τσαγιού. Σ’ ένα ταξίδι του στην Κίνα, στην επαρχία της Fukien, ο τελευταίος θα γνωρίσει στον Higaonna, τον δάσκαλο Woo Lu Chin. Ο κινέζος δάσκαλος τον δέχεται για μαθητή του και του μαθαίνει διάφορα στυλ του Wu Shu (της Λαμπρής Άνοιξης, του Αλόγου της Παναγίας του Νότου, του Λευκού Γερανού), καθώς και το Tai Chi Chuan. Όλη η δουλειά που ανέπτυξε στη συνέχεια ο Higaonna σχετικά με την ενέργεια, κυρίως στα kata, μέσω της ηχηρής αναπνοής από το στομάχι (Ibuki), προέρχεται από την επεξεργασία της εκπαίδευσης αυτής, που ήταν άμεσα εμπνευσμένη από το κινέζικο Chi Kung. Αρχικά, ο Higaonna θα έμενε δίπλα στον Woo Lu Chin μόνο μία χρονιά. Mετά όμως, ο δάσκαλος δεν ήθελε να τον αφήσει να φύγει, καθώς θεωρούσε προσβλητικό για τη φήμη του ως εκπαιδευτικού, να αφήσει κάποιον να φύγει, ενώ δεν είχε ακόμα αποκτήσει άριστη τεχνική. Ο Woo Lu Chin του πρότεινε να παραμείνει για τρία ακόμα χρόνια, ώστε να τελειοποιήσει την εκπαίδευσή του. Στην πραγματικότητα, ο Higaonna θα παραμείνει στην Κίνα γύρα στα 17 χρόνια. Πριν από αυτήν τη μακρόχρονη παραμονή του στη Fukien, είχε δουλέψει δίπλα στον δάσκαλο Waishingzan, όπως έχουμε ήδη αναφέρει. Όμως το ουσιαστικότερο μέρος της εκπαίδευσής του, το οφείλει στον Woo Lu Chin. To 1887 (έτος γέννησης του μετέπειτα μαθητή του, Miyagi, παρόλο που το ληξιαρχείο τον θέλει να έχει γεννηθεί το 1888), ο Kanryo Higaonna επιστρέφει στην Okinawa. Ξεκινά να διαδίδει την εκπαίδευσή του στη Naha και συγκεκριμένα στην Tondo Naha Shi. Το στυλ του έχει άμεσα εμπνευστεί από τη Νότια Κίνα. Συναντούμε τις ίδιες τεχνικές, καθώς και τις ίδιες απόψεις για την εσωτερική ενέργεια, εμπνευσμένες από το Tai Chi Chuan. O Higaonna υιοθετεί για τη σχολή του το όνομα Naha-Te, που είχε ήδη χρησιμοποιηθεί από τον Ason, σύγχρονο του Waishing-zan. Aς σημειωθεί ότι ο Waishing-zan, εκτός από τον Higaonna, είχε και άλλους μαθητές, αλλά ο Higaonna ήταν ο μοναδικός που είχε δουλέψει στο πλευρό του Woo Lu Chin. Ο Higaonna είχε μόνο 5 μαθητές: τον Miyagi, τον Kyoda, τον Gusukuma, τον Shiroma και τον Motoda. Ο Chojun Miyagi ήταν ο εξωτερικός μαθητής του και ο Juhatsu Kyoda, εκπαιδευτικός στο επάγγελμα, ήταν ο εσωτερικός μαθητής του.


NAHATE ΚΑΙ SHURITE

Τον δέκατο ένατο αιώνα, το Okinawa-Te χωριζόταν σε τρεις κλάδους: Naha-Te, Shuri-Te και Tomari-Te, ονομασμένα από τον τόπο καταγωγής τους. Αυτές οι τρεις περιοχές ήταν τόσο κοντά, που το Tomari και το Shuri είναι σήμερα προάστια του Naha. Από την άλλη, το Shuri-Te και το Tomari-Te ήταν τόσο όμοια, που η διάκριση ανάμεσα στα δύο στυλ, μειώθηκε σιγά-σιγά. Ο Gichin Funakoshi στο “Karatedo Kyohan” και ο Shoshin Nagamine στο “The Essence of Okinawa Karate Do”, διακρίνουν ουσιαστικά δύο μεγάλες τάσεις: το Shôrin-ryû ή Shurite και το Shôrei-ryû ή Nahate. Το Shôrin-ryû αναπτύχθηκε γύρω από το Shuri και το Tomari, ενώ το Shôrei-ryû κατάγεται από τη Naha.
Από τεχνική άποψη, το Nahate (ο όρος αυτός χρησιμοποιείται κατά προτίμηση έναντι του Shôrei-ryû, που έχει πέσει σε αχρηστία) έχει σχέση με τα στυλ του κινέζικου Νότου: τεχνικές χεριών που προέρχονται από το Tang Lang (Αλογάκι της Παναγίας) και του Wing Chun, σταθερές και δυνατές στάσεις, αποκλειστικά χαμηλά λακτίσματα, βαθιά και με ήχο αναπνοή. Τα πόδια μετατοπίζονται διαγράφοντας ημικύκλιο. Τα κάτα αυτής της μεθόδου, είναι τα Sandrin, Saifa, Seienchin, κλπ. Το Shurite ή Shôrin-ryû, σχετίζεται με τη σειρά του, με τα στυλ του Βορρά. Άλλωστε, Shôrin είναι η μεταλλαγμένη γραφή του Shaolin. Περισσότερα λακτίσματα, αποφυγές, αίσθηση πιο διαρκή και ελαφριά από το Nahate. Η μετατόπιση των ποδιών γίνεται σε ευθεία γραμμή και η αναπνοή είναι φυσική. Τα κάτα που χαρακτηρίζουν αυτή τη σχολή, είναι τα Bassai, Kusanku, Chinto, κλπ. Ο κλάδος Tomarite του Shôrin-ryû, με παρόμοια μορφή, χαρακτηρίζεται από μεγαλύτερη έμφαση στις λαβές και τις ρίψεις. Δύο τυπικά κάτα είναι το Sochin και το Unsu.

RYUKYU KOBUDO

Παράλληλα με την ανάπτυξη των άοπλων συστημάτων, η απαγόρευση κατοχής όπλων, ώθησε τους κατοίκους των νησιών Ryukyu, να αναπτύξουν την ίδια χρονική περίοδο που εξετάζουμε, ένα σύστημα αυτοάμυνας βασισμένο πάνω στα αγροτικά και ναυτικά τους εργαλεία, καθημερινής χρήσης.
Συνδυάζοντας τις βασικές τεχνικές των άοπλων συστημάτων, με τις δυνατότητες των εργαλείων που γνώριζαν τόσο καλά από τις καθημερινές τους εργασίες, αναπτύχθηκε ένα ευρύ φάσμα συγγενών συστημάτων, γνωστό με το όνομα “RYUKYU KOBUDO”.
Η κοινή λογική λοιπόν, υπαγόρευε τα εργαλεία που διαλέγονταν από τους αγρότες για αυτοάμυνα, να μην θεωρούνται ως όπλα, να μην φαίνονται ύποπτα ή απειλητικά, ούτε να προκαλούν ανησυχία.
Έτσι, ο αγρότης διάλεξε τον κόπανο του σιταριού ή το δρεπάνι και ο ψαράς το κουπί. Έτσι οπλισμένοι με τα εργαλεία της δουλειάς τους, μπορούσαν να ταξιδεύουν ελεύθερα και χωρίς δυσχέρειες, ενώ λίγοι αντιλαμβάνονταν ότι ο φαινομενικά απλός αγρότης, μπορούσε να συντρίψει ένα κρανίο ή να αποκεφαλίσει έναν οπλισμένο άντρα, με τα πρωτόγονα εργαλεία του ή ότι ο ψαράς είχε τη δυνατότητα να στείλει έναν επιδρομέα στον άλλο κόσμο, με όπλο ένα ξύλινο κουπί.
Για αιώνες, κάτω από συνθήκες άκρας μυστικότητας, οι δίδυμες τέχνες του ένοπλου και άοπλου αγώνα, προχωρούσαν χέρι-χέρι, συνυπάρχοντας όπως οι δύο ρόδες στο ίδιο κάρο, χωριστά η μία από την άλλη, όμως εξ ίσου απαραίτητες. Μετά από την εισαγωγή του καράτε στην κυρίως Ιαπωνία, εκτεθειμένο στην επιρροή των αυθεντικών πολεμικών τεχνών (Kendo, Kyudo), αυτό αναπτύσσεται και τελειοποιείται σε παράλληλες γραμμές και αποκτά μία παρόμοια περίοπτη θέση, με αυτούς τους αρχαίους και βαθιά εκτιμούμενους κλάδους.
Αντιθέτως, οι τέχνες που εμπεριέχουν τη χρήση των παραδοσιακών οκιναβέζικων όπλων, δεν σημείωσαν ένα ανάλογο επιτυχές πέρασμα, στην κυρίως χώρα.
Οι Ιάπωνες, ενώ εκδήλωσαν μία σχεδόν ακόρεστη όρεξη για γνώση της νέας άοπλης μεθόδου, θεωρούσαν τη μάχη με κατώτερα όπλα από το ιαπωνικό ξίφος και το τόξο εξευτελιστική και προσβλητική για τους προγόνους τους Samurai, παρά το γεγονός ότι η πλειοψηφία τους προέρχονταν από αγρότες, οι οποίοι μέχρι το μέσο του 19ου αιώνα, ζούσαν με τον τρόμο της τάξης των Samurai.

ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΣΤΟ ΜΟΝΤΕΡΝΟ ΚΑΡΑΤΕ

Το 1922, ο Gichin Funakoshi πήγε στο Τόκιο και ο Chôki Motobu, στην Οσάκα. Αυτό υπήρξε η αρχή της καταπληκτικής ανάπτυξης του Καράτε, εκτός της Οκινάβας. Το 1931, το Καράτε αναγνωρίστηκε επίσημα από την Nippon Butoku Kai, μία οργάνωση επιφορτισμένη να απαριθμεί και να συνενώνει τις διάφορες μαχητικές τέχνες στην Ιαπωνία. Στην αρχή του αιώνα, η μαχητική τέχνη της Οκινάβα, ονομαζόταν χωρίς διάκριση Tôte (το χέρι της Κίνας). Τη δεκαετία του 30, οι κυριότεροι δάσκαλοι, αποφάσισαν ότι έπρεπε να διαλέξουν ένα διαφορετικό όνομα για την τέχνη τους. Το 1936, στη διάρκεια μιας συνάντησης που οργάνωσε ο Chofu Ota, αρχισυντάκτης του “Ryû-Kyû Shinpa Press”, οι Chôjun Miyagi, Chomo Hanashiro, Chôki Motobu και Chotoku Kyan, συμφώνησαν στον όρο Karate. Αλλά το ιδεόγραμμα Kara που σήμαινε κινέζικος, αντικαταστάθηκε από ένα άλλο που, αν και ομόηχο, σήμαινε “κενός”. Έτσι το “Χέρι της Κίνας”, έγινε το “Άδειο Χέρι”. Αυτή η διπλωματική αλλαγή, τη στιγμή που η ιμπεριαλιστική Ιαπωνία ετοιμαζόταν να εισβάλλει στην Κίνα, οφείλεται στον Gichin Funakoshi, ο οποίος εισήγαγε την καινούργια γραφή της λέξης Karate, ήδη από το 1929.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1. ΓΚΙΤΣΙΝ ΦΟΥΝΑΚΟΣΙ: ΚΑΡΑΤΕ-ΝΤΟ, ο δρόμος της ζωής μου, εκδ. «Κέδρος».
2. “KARATE-BUSHIDO”, τεύχος 16 (γαλλικό περιοδικό).
3. Randall G Hassell : SHOTOKAN KARATE, its history and evolution.
4. Κώστα Δερβένη, «Καράτε και πολιτική – Μια ανασκόπηση της σχέσης Οκινάβας και Ιαπωνίας», περιοδικό ΑΤΡΑΠΟΣ – τεύχος 1, Νοεμβ. 1997.
5. «Το KOBUDO της OKINAWA», Περιοδικό: “BUDO & SPORT” – τεύχος 2 σελ.49-51, Οκτ. – Νοεμβ. 1991.


Αναδημοσίευση από το 6ο τεύχος του περιοδικού «Μονοπάτι του Πολεμιστή»