Του Γιώργου Παπακωνσταντίνου


ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟ ΚΑΡΑΤΕ ΝΤΟ
Η Τέχνη του Καράτε-Ντο αποτελεί μία άοπλη τέχνη μάχης η οποία αναπτύχθηκε και συστηματοποιήθηκε στην Οκινάουα, μετά την ενσωμάτωσή της στα νησιά Ρίου Κιού, περίπου το 1600μ.Χ. Οι κάτοικοι της Οκινάουα ζούσαν κάτω από τη σκληρή στρατιωτική κατοχή των Ιαπώνων και τους ήταν απαγορευμένη η κατοχή όπλων (με λεπίδα). Από την άλλη, επειδή οι Ιάπωνες σαμουράι επιτίθεντο στους αγρότες άνευ λόγου και χωρίς τον φόβο τιμωρίας, εκείνοι έπρεπε να βασίζονται στην αντίδραση της στιγμής και στα γυμνά τους χέρια προκειμένου να επιβιώσουν. Λόγω αυτής της κατάστασης, οι ασκούμενοι στο κινεζικό Κένπο και το Οκιναβέζικο Τόντε αποφάσισαν να ενωθούν μυστικά. Η ένωσή τους αυτή γέννησε το Τε (χέρι), τη μαχητική τέχνη της Οκινάουα. 

Αυτήν την εποχή, το Τε έφτασε στο πιο υψηλό του επίπεδο αποτελεσματικότητας. Η προπόνηση γινόταν τη νύχτα, σε άκρα μυστικότητα. Εξασκούσαν τη σκλήρυνση των φυσικών τους όπλων, με σκοπό να μπορούν να σκοτώσουν με γυμνά χέρια, αν χρειαζόταν, έναν σαμουράι με πανοπλία. Η ανάπτυξη του Κομπούντο, δηλαδή της χρήσης των γεωργικών εργαλείων ως όπλων, ανάγεται επίσης σε αυτήν την εποχή.


Η μετάδοση της γνώσης από δάσκαλο σε μαθητή, τότε, γινόταν προφορικά, πράγμα που εξηγεί την έλλειψη γραπτών κειμένων που να αφορούν αυτήν την περίοδο. Παρ’ όλα αυτά, η ιστορία συγκράτησε δύο ονόματα. Το πρώτο ήταν ενός Κινέζου ειδήμονα, του Κουάνγκ Σουανάι, που το1761 έκανε μία επίδειξη στην Οκινάουα, ο οποίος έγινε γνωστός με το όνομα Κουάνκου. Το δεύτερο όνομα ήταν του Τόντε Σακουγκάβα, ο οποίος γενήθηκε, κατά πάσα πιθανότητα, το 1782 και υπήρξε μαθητής του Κουσάνκου και ενός Κινέζου μοναχού, του Τακανάρα. Μετά τον θάνατο των δασκάλων του, ο Σακουγκάβα άρχισε να διδάσκει, ενώ όλες οι γνωστές γενεαλογίες που αφορούν το Καράτε τον αναφέρουν σαν πρώτο επίσημο δάσκαλο.    

Στο πέρασμα των χρόνων, το Οκινάουα-Τε αναπτύχθηκε σημαντικά και οι θρύλοι για τα ανδραγαθήματα εκείνων που κατείχαν την τέχνη, εξαπλώθηκε σε όλη την Κίνα και την Ιαπωνία. Το 1905, θεωρήθηκε ότι ήρθε η στιγμή η τέχνη να επιδειχθεί στο κοινό. Η πρώτη επίδειξη έγινε από τον Γκιτσίν Φουνακόσι (1868-1957), δάσκαλο και ποιητή. Το 1917, ο Φουνακόσι ταξίδεψε στην Ιαπωνία προκειμένου να επιδείξει την τέχνη του σε έναν περιορισμένο αριθμό Ιαπώνων ενδιαφερομένων. Επέστρεψε εκεί για άλλη μία φορά το 1922, τη φορά αυτή όμως έχοντας λάβει επίσημη πρόσκληση από το υπουργείο Παιδείας της Ιαπωνίας. Οι μεγάλοι δάσκαλοι της Οκινάουα επέλεξαν τον Φουνακόσι για να τους αντιπροσωπεύσει στην Ιαπωνία γιατί μιλούσε άπταιστα Ιαπωνικά, ενώ γενικά ήταν ο πιο μορφωμένος και καλλιεργημένος από τους Καρατέκα της Οκινάουα στην εποχή του και πρόεδρος της Εταιρείας Προαγωγής του πνεύματος των Πολεμικών τεχνών της Οκινάουα.

Ο Φουνακόσι παρουσίασε επίσημα την τέχνη του στους Ιάπωνες στην έκθεση των εθνικών αθλημάτων, ένα μεγάλο ετήσιο γεγονός, που παρακολουθούσε ακόμα και η ίδια η βασιλική οικογένεια, με ιδιαίτερα μεγάλη επιτυχία. Αρχικός σκοπός του Φουνακόσι ήταν μία σύντομη παραμονή στην Ιαπωνία, ωστόσο, έμεινε εκεί μόνιμα και δεν επέστρεψε ποτέ πίσω στην Οκινάουα. 

Στη συνέχεια, έβαλε την προσωπική του σφραγίδα στο Καράτε, αντικαθιστώντας τους αρχικούς Κινεζικούς χαρακτήρες του ιδεογράμματος «Κάρα» με άλλους από την Ιαπωνική παράδοση. Έτσι σήμερα, όταν αναφερόμαστε στον όρο «Καράτε», μιλάμε για μία καθαρά Ιαπωνική τέχνη, η οποία συμμορφώνεται, στο πνεύμα και την ουσία της, με τις παραδοσιακές αντιλήψεις της ηθικής, πειθαρχίας κ.α. που την χαρακτηρίζουν.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟ ΖΕΝ
Η λέξη Ζεν είναι η Ιαπωνική απόδοση του κινεζικού ιδεογράμματος Τσάν, το οποίο με τη σειρά του είναι το αντίστοιχο της σανσκριτικής λέξης Ντιάνα. Η λέξη αυτή σημαίνει διαλογισμός, περιγράφοντας παράλληλα και την κατάσταση της μη δυαδικής συνείδησης που θα προκύψει από την πρακτική του. Στόχος της σχολής Ζεν είναι να ξεγυμνώσει τον νου από όλα τα συναισθήματα και τα πάθη, με σκοπό να τον αποσυνδέσει από τα φαινόμενα, έτσι ώστε η φύση του εαυτού να μπορέσει να επιστρέψει στη φυσική της κατάσταση και να λειτουργήσει με κανονικό τρόπο, χωρίς εμπόδια. 

Κύρια εφαρμογή της πρακτικής του Ζεν είναι το κάθισμα σε διαλογισμό ζα-ζεν με συγκεκριμένο σκοπό να οδηγήσει τον μαθητή στην αντίληψη της αληθινής του φύσης και στη διαρκή εμβάθυνση αυτής. Η αρχή του ανάγεται στον ίδιο τον ιστορικό Βούδα Σιντάρτα, ο οποίος μεταβίβασε τη διδασκαλία του στον μαθητή του Μαχακασιάπα, με τον χαρακτηριστικό για την προσέγγιση της φώτισης από τη συγκεκριμένη σχολή τρόπο, τον οποίο μας περιγράφει ακολούθως ο καθηγητής Δρ. Τ. Σουζούκι: «Ο Βούδας ήταν μία μέρα στο Βουνό των Γυπών, διδάσκοντας σε μία συγκέντρωση πιστών. Δεν προσέφυγε στην εκφώνηση κάποιου φανταχτερού λόγου για να εξηγήσει το θέμα που διαπραγματευόταν. Απλώς σήκωσε μπροστά στο πλήθος ένα μπουκέτο λουλούδια που του είχε προσφέρει ένας πιστός του. Ούτε μία λέξη δεν βγήκε από το στόμα του. Κανείς δεν κατάλαβε το νόημα αυτής της συμπεριφοράς, εκτός του σεβαστού Μαχακασιάπα, ο οποίος χαμογέλασε στον δάσκαλό του, κατανοώντας πλήρως το νόημα της σιωπηλής του διδασκαλίας. Ο Βούδας το πρόσεξε και είπε: «Έχω τον πιο πολύτιμο πνευματικό θησαυρό, τον οποίο αυτήν τη στιγμή μεταβιβάζω σε σένα, Ω Μαχακασιάπα». Ο Μαχακασιάπα, διαβίβασε τη διδασκαλία αυτήν στον μαθητή του Ανάντα και αυτός στον Σανακαβάσα. Έτσι, διαδοχικά έφτασε στον 28ο πατριάρχη του Ινδικού Βουδισμού Μποντιντάρμα, τον ιδρυτή και πρώτο πατριάρχη της σχολής Ζεν.    

Αν και πολλοί ιστορικοί πιστεύουν ότι στην πραγματικότητα ο Μποντιντάρμα δεν υπήρξε ποτέ και ότι οι βιογραφίες πολλών διδασκάλων συγκεντρώθηκαν σε μία με σκοπό να καθοριστεί μία αρχική πηγή των σχολών Ζεν, αρκετοί άλλοι θεωρούν την ιστορική του ύπαρξη αληθινή. Από όσα αναφέρονται σε διάφορες πηγές, μπορούμε να υποθέσουμε με ασφάλεια ότι γεννήθηκε περίπου το 440 μ.Χ. στη νότιο Ινδία, στην πόλη Καντσί, πρωτεύουσα ενός μικρού βασιλείου. Ανήκε σε οικογένεια βραχμάνων και ήταν τρίτος γιος του βασιλιά Σιμχαβαρμάν. Ως γιος του βασιλιά, ο Μποντιντάρμα είναι βέβαιο ότι είχε λάβει κάποια εκπαίδευση στις πολεμικές τέχνες και αυτός είναι ο λόγος που αργότερα θεωρήθηκε ιδρυτής της τέχνης του Κουνγκ Φου, που διαδόθηκε πλατιά στην Κίνα αλλά και σε άλλες χώρες. Αυτό βεβαίως δεν είναι παρά ένας μύθος, αφού η ύπαρξη πολεμικών τεχνών στην Κίνα ανάγεται ιστορικά πολύ παλαιότερα, ενώ η σχέση του Μποντιντάρμα με την τέχνη του Τσι Κουνγκ δεν έχει επαρκώς τονιστεί.

Ο Μποντιντάρμα ήρθε από την Κεϋλάνη στην Κίνα γύρω στο 525 μ.Χ. Την εποχή εκείνη, ο Βουδισμός Μαχαγιάνα ήταν ήδη εγκατεστημένος στην Κίνα και υπήρχαν πολλές σχολές όπου μπορούσε κάποιος να σπουδάσει ψυχολογία και φιλοσοφία του Βουδισμού. Αλλά η επιμονή του Μποντιντάρμα στην πρακτική του διαλογισμού και στην άμεση αντίληψη της αλήθειας ήταν αυτή που προκάλεσε την επανάσταση στον κινεζικό πολιτισμό και γέννησε το Ζεν. Όταν έφτασε στην Καντόνα, προσκλήθηκε στην πρωτεύουσα Τσιενκάγκ για μία ακρόαση από τον αυτοκράτορα Γου, της δυναστείας Λιάνγκ. Ο Ντάο Γιουάν, στο έργο του «Η Μεταβίβαση της Λυχνίας», αναφέρει ότι κατά τη συνάντηση αυτή ο αυτοκράτορας ρώτησε τον Μποντιντάρμα ποια ήταν η βασική αρχή του Βουδισμού. Όταν εκείνος του ανέπτυξε τη δοξασία της κενότητας, ο αυτοκράτορας, μη μπορώντας να συλλάβει το νόημα, απογοητεύτηκε και ο Μποντιντάρμα αποχώρησε. Έτσι, σύμφωνα με την παράδοση, πέρασε τον ποταμό Γιανγκτσέ, φτάνοντας στον ναό Σαολίν στην επαρχία Χενάν, όπου και πέρασε την υπόλοιπη ζωή του. Εκεί διαλογίστηκε επί εννιά χρόνια σε μία σπηλιά, καθισμένος απέναντι σε έναν γυμνό τοίχο.

Αργότερα, ο ναός του Σαολίν έγινε διάσημος επειδή εκπαίδευε τους μοναχούς στην τέχνη του Σαολίν Κουνκ Φου, που ιδρυτής της θεωρείται ο Μποντιντάρμα. Αναμφίβολα, όπως είπαμε παραπάνω, όταν ο Μποντιντάρμα ήρθε από την Ινδία δίδαξε κάποιες ενεργειακές ασκήσεις, συνδυασμένες με κάποια μορφή Γιόγκα και σε αυτό βασίζεται η σχετική παράδοση. Σημαντικό παραμένει, ωστόσο, το γεγονός της σύνδεσης της πνευματικής αυτής πειθαρχίας με μία πολεμική τέχνη, καλλιεργούμενης μάλιστα στον χώρο ενός μοναστηριού. Από την εποχή του Μποντιντάρμα, αρχίζει μία μεγάλη γενεαλογία διαδοχής από Κινέζους πατριάρχες και αναρίθμητους διαδόχους, με πιο σημαντικό να αναφερθεί τον έκτο πατριάρχη, Χούι-Νέγκ, που μετέδωσε τη διδασκαλία σε σαράντα τρεις διαδόχους. Από εκεί κι έπειτα, υπήρξαν πολλοί αγωγοί μετάδοσης του Zεν και αυτό ήταν η αρχή της εξέλιξής του στην Ιαπωνία, στους δύο κύριους κλάδους του Σότο και του Ρινζάι.


ΖΕΝ ΚΑΙ ΠΟΛΕΜΙΚΕΣ ΤΕΧΝΕΣ: ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΣΤΗΝ ΙΑΠΩΝΙΑ
Για να εκτιμήσουμε την επίδραση του Ζεν στις πολεμικές τέχνες, είναι απαραίτητο να εξετάσουμε αυτούς που είχαν τις πολεμικές τέχνες ως επάγγελμά τους. Το νόημα της λέξης «Σαμουράι» είναι «αυτός που υπηρετεί». Πρωτοχρησιμοποιήθηκε μεταξύ του ενάτου και ενδεκάτου μ.Χ. αιώνα, για να περιγράψει τους ένοπλους φρουρούς των παντοδύναμων Ιαπώνων γαιοκτημόνων. Μεταξύ του ενδεκάτου και δεκάτου εβδόμου αιώνα, η Ιαπωνία έγινε θέατρο συνεχών εμφυλίων πολέμων μεταξύ καστών στρατηγών και αυτοκρατόρων για κυριαρχία.

Ο ρόλος του σαμουράι ήταν απλός. Η μόνη του υποχρέωση ήταν να πολεμήσει και, αν χρειαζόταν, να πεθάνει για τον κύριό του. Οτιδήποτε μπορούσε να αυξήσει τις ευκαιρίες για επιβίωση είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Εκείνη την εποχή αναπτύχθηκαν βελτιωμένα όπλα και διδάσκονταν συστηματικά τεχνικές μάχης από επαγγελματίες εκπαιδευτές, οι οποίοι με τη σειρά τους είχαν αναπτύξει τις δικές τους μεθόδους, ενώ ανακαλύφθηκαν επίσης μέθοδοι ψυχολογικής και πνευματικής προετοιμασίας για τη μάχη. Από την οπτική του Ζεν, αυτός ακριβός ο τομέας ήταν ο ενδιαφέρων.

Τον δωδέκατο αιώνα, δύο ισχυρότατες κάστες, οι Τάιρα και οι Μιναμότο, έκαναν πολλές μάχες, με αποκορύφωμα τον πόλεμο του Γκεμπάι (1180-1185). Οι Μιναμότο εμφανίστηκαν ως οι ντε φάκτο κυρίαρχοι της Ιαπωνίας, οι οποίοι οργάνωσαν μια νέα μορφή στρατιωτικής διακυβέρνησης της οποίας ηγέτης ήταν ένας δικτάτορας που είχε τον τίτλο Σογκούν. Οι αυτοκράτορες με βάση το Κιότο δεν είχαν τις στρατιωτικές δυνάμεις ώστε να διοικούν ικανοποιητικά και ο Σογκούν, που είχε βάση την Καμακούρα, επέτρεπε στον αυτοκράτορα να επιβιώνει σαν ανδρείκελο, αφού η πραγματική δύναμη ήταν συγκεντρωμένη στα χέρια των σαμουράι.

Ο Βουδισμός εισήχθη επίσημα στην Ιαπωνία το 552 μ.Χ., όταν ο αυτοκράτορας Κιμέι (539-572μ.Χ) έλαβε ένα μπρούτζινο άγαλμα του Σακιαμούνι και κάποια βουδιστικά σούτρα από τον βασιλιά του Κουντάρα, ένα μικρό βασίλειο στην Κορέα. Διάφορες σχολές Βουδισμού ιδρύθηκαν και την περίοδο Καμακούρα (1192-1333) το Ζεν εισήχθη στην Ιαπωνία από την Κίνα. Οι Ιάπωνες κληρικοί (όπως ο Εσάι και ο Ντογκέν) σπούδασαν Ζεν στην Κίνα και γύρισαν στην Ιαπωνία να προωθήσουν τη διδασκαλία. Κινέζοι μοναχοί ταξίδεψαν επίσης στην Ιαπωνία, ένας εκ των οποίων, ο Μπούκο Κοκούσι (1226-1284), δίδαξε Ζεν στον τότε Σογκούν, Χότο Τοκιμούνε.

Το Ζεν έλκυσε τις στρατιωτικές τάξεις για πολλούς λόγους. Ήταν μία μέθοδος που προσέδιδε άμεση εμπειρία και ενθάρρυνε την ανάπτυξη μιας θαρραλέας προσωπικότητας με αυτοπεποίθηση, ποιότητες που ο πολεμιστής έβρισκε να του ταιριάζουν. Η έμφαση που έδιναν οι δάσκαλοι του Ζεν στην απλότητα, τον αυτοέλεγχο, την πλήρη επίγνωση της κάθε στιγμής και η ικανότητά τους στο να διατηρούν έναν γαλήνιο και ήρεμο νου μπροστά στον θάνατο, δεν άφησε αδιάφορους τους συνεχώς αντιμέτωπους με τον θάνατο πολεμιστές.

Η έννοια της παροδικότητας, κεντρική ιδέα στον βουδισμό Ζεν, έγινε φυσιολογικά κατανοητή από τους πολεμιστές,  στη ζωή των οποίων η διαφορά μεταξύ ζωής και θανάτου κρινόταν από ένα γρήγορο χτύπημα του σπαθιού. Έτσι, αν και οι σαμουράι είχαν αρχικά προσέλθει στο Ζεν για περιορισμένους πρακτικούς λόγους, οι δάσκαλοί του γρήγορα κατάλαβαν ότι μπορούσαν να το διδάξουν μέσα από τις πολεμικές τους τέχνες, οδηγώντας πολλούς σε πνευματική ωριμότητα. Όταν ο Τοκιμούνε απεβίωσε, το 1284 σε ηλικία τριαντατριών ετών, ο δάσκαλός του, Μπούκο, δήλωσε ότι ο Τοκιμούνε είχε γινει Μποντισάτβα και είχε ζήσει για είκοσι χρόνια χωρίς χαρά ή θυμό. Τελικά, αναζητώντας την αλήθεια του Βουδισμού είχε βρει τη φώτιση.

Προς το τέλος του δέκατου έκτου αιώνα, ο Τακέντα Σίνκεν (1521-1573) και ο Ουεσούγκι Κενσίν (1530-1578) ήταν αντίπαλοι στρατηγοί στην ατέλειωτη διαμάχη που είχε ξεσπάσει στην Ιαπωνία για αιώνες. Ήταν και οι δύο οπαδοί του Ζεν και αν και ήταν αντίπαλοι, έδειξαν έναν αξιοθαύμαστο ιπποτισμό και ευγένεια μεταξύ τους. Μία περίφημη ιστορία περιγράφει τη συμπεριφορά τους, όπως αυτή είχε επηρεαστεί από το Ζεν. Κατά τη διάρκεια μιας από τις μάχες που έγιναν στην Καβανακαγκίμα, ο Κενσίν πήγε κατευθείαν στο στρατόπεδο του Σινκέν, τράβηξε το σπαθί του και κρατώντας το πάνω από το κεφάλι του Σινκέν είπε: «Tι έχεις να πεις γι’ αυτήν τη στιγμή; Ο Σινκέν απάντησε ήρεμα, «Μία νιφάδα χιονιού στον καυτό φούρνο», αποκρούοντας την ίδια στιγμή τον Κενσίν. Αν και οι δύο έζησαν σε πολύ ταραγμένους καιρούς και ήταν επαγγελματίες στρατιώτες, η επί μακρόν εκπαίδευσή τους σε βουδιστικά μοναστήρια, καθώς και η εκπαίδευσή τους στο Ζεν, σήμαινε ότι ήταν καλλιεργημένοι άνθρωποι και ταυτόχρονα καλοί γνώστες της τέχνης της ειρήνης και του πολέμου. Το 1600, μία μεγάλη μάχη έγινε στη Σεκιγκαχάρα. Το αποτέλεσμα ήταν ότι η οικογένεια Τοκουγκάβα ήρθε στην εξουσία και επέβαλε την ειρήνη στην Ιαπωνία για τρεις αιώνες. Τότε, οι σαμουράι άλλαξαν σταδιακά από πολεμιστές σε διοικητές και γραφειοκράτες και έτσι ο σκοπός των πολεμικών τεχνών άρχισε να αλλάζει. Αντί της εκπαίδευσης στο πεδίο της μάχης, οι σαμουράι άρχισαν να χρησιμοποιούν τις πολεμικές τέχνες σαν μονοπάτια προς την πνευματική εξέλιξη. Η τέχνη της ξιφασκίας, η οποία θεωρείτο ως το απαύγασμα των πολεμικών τεχνών, έγινε το όχημα για την πνευματική εκπαίδευση, μία μέθοδος κατά την οποία το σπαθί μεταβάλλεται από όργανο το οποίο παίρνει τη ζωή (σατζουγίν νο κεν), σε όργανο που δίνει ζωή (κατσουγίν νο κεν).


Ο Μποκούντεν Τσουκαχάρα, δάσκαλος της ξιφασκίας, διετύπωσε για πρώτη φορά την ιδέα ότι «Η τελική χρήση των σπαθιών γινόταν στην πραγματικότητα για την κατάκτηση των δικών μου εγωιστικών επιθυμιών». Η θανάτωση ενός αντιπάλου έγινε λιγότερο σημαντική από την πολύ πιο δύσκολη «θανάτωση του εγώ». Το πέρασμα αυτό από το Μπουζούτσου (πολεμική τεχνική – Τέχνη) σε Μπούντο (πολεμική τέχνη – Δρόμος), δεν έγινε εύκολα, αφού η κυρίαρχη τάξη, αυτή του Μπουζούτσου, είχε ισχυρά επιχειρήματα τα οποία στηρίζονταν σθεναρά στις εποχές, οι οποίες ήταν ακόμα επικίνδυνα ταραγμένες. Ωστόσο, ο αντίλογος των υποστηρικτών του Μπούντο ήταν εξίσου ισχυρός και έβλεπε στο μέλλον: «Τα Ζούτσου», έλεγαν, και δεν είχαν άδικο, «είναι τέχνες στενές σε προοπτική, εφαρμόσιμες μόνο στη μάχη. Ποιο θα είναι λοιπόν το κέρδος των Μπούσι και του Μπουζούτσου σε καιρό ειρήνης;». 

Η κατάργηση, τελικά, της φεουδαρχίας, από τον αυτοκράτορα Μεϊτζί, σήμαινε πρακτικά ότι ο κληρωτός οπλίτης γινόταν ο νέος πολεμιστής και ότι το δόρυ και το ξίφος αντικαταστάθηκαν από το πυροβόλο τουφέκι. Χιλιάδες Μπούσι βρέθηκαν άνεργοι, η χρησιμότητα των τεχνών τους αμφισβητήθηκε στις νέες συνθήκες και ο τρόπος ζωής τους καταργήθηκε με ένα διάταγμα, σε μία μέρα.

Ευτυχώς, κάποιοι από τους πολεμιστές αντιλήφθηκαν ότι οι συνθήκες είχαν αλλάξει οριστικά και προχώρησαν δείχνοντας ένα μονοπάτι για τις πολεμικές τέχνες, το οποίο θα επέτρεπε να διατηρήσουν τις αξίες τους θέτοντας ως προτεραιότητες όχι πια τη μάχη αλλά την ηθική και την πειθαρχία, με απώτερο σκοπό την πνευματική ωριμότητα.

Στον απόηχο αυτών των κοσμογονικών, για την Ιαπωνία, αλλαγών, έζησε και διαμόρφωσε την προσωπικότητά του, μεταξύ άλλων μεγάλων αναμορφωτών, και ο Γκιτσίν Φουνακόσι, ο ιδρυτής του Σύγχρονου Καράτε-Ντο.

Ο Γκιτσίν Φουνακόσι, ο οποίος ήταν ο υπεύθυνος της εισαγωγής της συγκεκριμένης αυτής πολεμικής τέχνης στην Ιαπωνία, σύντομα ανακάλυψε ότι για να την ξεδιπλώσει και να την εκθέσει στις ήδη υπάρχουσες πολεμικές τέχνες, διαποτισμένες όλες ηθικά από τις πιο πάνω αξίες, έπρεπε να συμπνεύσει με αυτές. Έτσι, άλλαξε τους κινεζικούς χαρακτήρες που το ερμήνευαν σαν «κινεζικό χέρι», στους ομόφωνους χαρακτήρες με ερμηνεία «άδειο χέρι», προσθέτοντας την κατάληξη «Ντο». Έτσι, η λέξη «Τανγκ-Τε» (Καρά-Τε), έγινε «Καράτε-Ντό», τοποθετώντας την τέχνη μόνιμα στους παραδοσιακούς κώδικες αξιών των λεγόμενων «Δρόμων», οι οποίοι για πολλά χρόνια έδιναν έμφαση στο χτίσιμο του χαρακτήρα, έχοντας θεμέλιο τη Βουδιστική (και συγκεκριμένα του Βουδισμού Ζεν) φιλοσοφία και πρακτική.

Φυσικά, χωρίς καμιά αμφιβολία, υπήρξαν και πολιτικές ενθαρρύνσεις για την αλλαγή αυτή, δεδομένης της Ιαπωνικής αντιπάθειας για κάθε επινόηση ή τέχνη ξένης προέλευσης. Ωστόσο, κάθε λογική μελέτη της ζωής και των γραπτών του Φουνακόσι οδηγεί στο συμπέρασμα ότι κύριο μέλημά του ήταν να δώσει έμφαση στα χαρακτηριστικά της τέχνης που αφορούν την ανάπτυξη του χαρακτήρα, όπως επίσης και των φιλοσοφικών εννοιών, στηρίζοντας την τέχνη με βάση το σθένος, την ακεραιότητα και την ειρήνη. 

Ο Φουνακόσι πράγματι τονίζει ότι ο πραγματικός μαθητής του Καράτε θα πρέπει να είναι σαν μία άδεια κοιλάδα, η οποία ακριβώς λόγω του ό,τι είναι άδεια (κενότητα) μπορεί να μεταφέρει την αντήχηση μιας φωνής. Ο μαθητής πρέπει να απαλλαγεί από όλη του την εγωκεντρικότητα και την πλεονεξία, μένοντας εσωτερικά κενός και εξωτερικά ακέραιος. Αυτό, έλεγε, είναι η αληθινή σημασία της λέξης, άδειο, στο Καράτε. Αυτά τα στοιχεία δεν τα είχε επιφέρει βέβαια μόνο κατά τη διάρκεια της έκθεσης της τέχνης του στις τοπικές πολεμικές τέχνες, αλλά αποτελούσαν επίσης χαρακτηριστικά των πολεμικών τεχνών της Οκινάουα, όπως παραδοσιακά διδασκόταν από δασκάλους τέτοιους όπως ο Ιτόσου και ο Χιγκαόνα.


ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΤΟΥ ΚΑΡΑΤΕ ΝΤΟ ΚΑΙ ΕΣΩΤΕΡΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ
«Πιο ζωτικό από την τεχνική ή τη δύναμη είναι πάντα για το Καράτε το πνευματικό στοιχείο, το οποίο εξασφαλίζει κινήσεις και ενέργειες με πλήρη ελευθερία. Στην προσπάθεια να μπει κάποιος στο κατάλληλο πνευματικό πλαίσιο, σπουδαίο ρόλο παίζει η αυτοσυγκέντρωση, όπως αυτή διδάσκεται στο Ζεν. Μολονότι λέμε ότι η αυτοσυγκέντρωση απαιτεί μία κατάσταση απάθειας και πλήρη έλλειψη σκέψεων, εννοούμε ότι με αυτήν παραμερίζονται η συγκίνηση και η σκέψη και δίνεται πιο ελεύθερο πεδίο δράσης στις έμφυτες ικανότητές μας.

Η κατάσταση απάρνησης του εαυτού, που πρεσβεύει το Ζεν, είναι η ίδια με εκείνη του αποδιωγμού κάθε εγωιστικής σκέψης και έγνοιας για το άτομό του, στην οποία βρίσκεται ο καλλιτέχνης τη στιγμή της δημιουργίας του. Όποιος θέλει να περπατήσει στον δρόμο του Καράτε δεν μπορεί να αγνοήσει το Ζεν και την πνευματική του εξάσκηση.»

Μασουτάτσου Ογιάμα
«Ζωτικό Καράτε»

Θα μελετήσουμε στη συνέχεια τα κοινά, τεχνικά κυρίως, χαρακτηριστικά μεταξύ της φιλοσοφίας του Ζεν και των αποκαλούμενων «Δρόμων», όπως παραδείγματος χάριν  των πολεμικών τεχνών και κυρίως του Καράτε-Ντο, ελπίζοντας να μπορέσουμε να διασαφηνίσουμε τη συμπληρωματικότητα μεταξύ αυτού και της βασικής εφαρμογής ή τεχνικής (Βάαζα) του Ζεν, δηλαδή του Ζα Ζεν.

Η ιδέα να διδάσκεται μία τέχνη με τη βοήθεια δεδομένων σειρών τεχνικών (βάαζα), απαντάται σε όλους τους Δρόμους. Σε μερικούς, όπως π.χ. το Κιούντο (τοξοβολία) ή το Τσάντο (τελετή του τσαγιού), οι τεχνικές είναι σχετικά λίγες και περιλαμβάνονται κυρίως σε μία επαναλαμβανομένη πρακτική του ιδίου τυπικού, ενώ σε άλλες, όπως π.χ. το Κέντο ή το Καράτε-Ντο, είναι δεκάδες ή και περισσότερες. Σε κάθε περίπτωση, ο μαθητής οφείλει να τις κατακτήσει. Η μέθοδος έγκειται στη μίμηση και την επανάληψη των τεχνικών επί πολλά έτη, οδηγώντας τελικά τον μαθητή στην κατάκτησή τους. Αυτή η διαδικασία μπορεί να κρατήσει από πέντε μέχρι δέκα ή και περισσότερα χρόνια. Στο στάδιο αυτό, η τροποποίηση των τεχνικών όχι μόνο δεν ενθαρρύνεται αλλά μάλλον αποδοκιμάζεται από τους δασκάλους. Ο μαθητευόμενος προσεγγίζει τις τεχνικές αυτές με μόνα του όπλα τη θέλησή του και τη συνειδητή προσπάθεια. Αυτό το πρώτο στάδιο στο Μπούντο, όπως και στον Βουδισμό Ζεν, ονομάζεται Σοτζίν.

Κατακτώντας τις τεχνικές αυτές μπορεί κάποιος να φτάσει σε πολύ υψηλό επίπεδο επιδεξιότητας στην τέχνη. Μπορεί, δηλαδή, κατέχοντας τις τεχνικές του Καράτε-Ντο να γίνει πολύ επιδέξιος στη μάχη, στην αυτοάμυνα, ή πρωταθλητής σε διάφορους αγώνες.


Όμως δεν είναι αυτό που επιδιώκεται με τους Δρόμους. Η κατάκτηση της τεχνικής μόνο δεν είναι δείγμα αυθεντικότητας. Η αληθινή ειδίκευση και γνώση έρχεται όταν κατανοηθούν οι εσωτερικές αρχές της τέχνης. Η πραγματική κατανόηση των αρχών που διέπουν μία πολεμική τέχνη ή την άσκηση του Ζεν δεν βασίζεται στις συνηθισμένες γνώσεις ή διανοητικές λειτουργίες. Βασίζεται μάλλον σε μία διαισθητική αντίληψη των εσωτερικών αρχών του σύμπαντος, όπως αυτές εκδηλώνονται στη συγκεκριμένη αυτή τέχνη. Εφόσον οι εσωτερικές αρχές είναι ουσιαστικά άμορφες, δεν μπορούν να περιγραφούν με πληρότητα ούτε να διδαχθούν άμεσα. Ο τρόπος διδασκαλίας στις τέχνες Ζεν είναι να διδάσκονται αυτές οι αρχές μέσα από την επαναλαμβανομένη πρακτική των τεχνικών. Ωστόσο, αυτές μπορούν να βοηθήσουν τον σπουδαστή ως ένα ορισμένο σημείο. Κάθε μαθητής πρέπει τελικά να συνειδητοποιήσει αυτές τις εσωτερικές αρχές από μόνος του, μέσα από πειθαρχημένη και αδιάκοπη εξάσκηση. Το στάδιο αυτό της διαισθητικής αντίληψης μάλλον, παρά της θέλησης και της συνειδητής προσπάθειας, αποτελεί το δεύτερο στάδιο στο Μπούντο και το Ζεν. Ο μαθητής βρίσκεται σε ειρήνη και μπορεί να γίνει βοηθός του δασκάλου και αργότερα δάσκαλος και ο ίδιος και να διδάξει άλλους.

Για το τρίτο στάδιο δεν μπορούμε να πούμε πολλά. Στο στάδιο αυτό το πνεύμα πετυχαίνει την αληθινή ελευθερία και επιστρέφει στην αρχική φυσική του κατάσταση. Περνά από την ακινησία στη δράση, χωρίς καμία παρεμβολή σκέψης. Αντιδρά αυθόρμητα, χωρίς προσκολλήσεις, όντας γνώστης της αληθινής φύσης των πραγμάτων.

Το παρόν δημοσιεύθηκε στο τεύχος 90 του περιοδικού «Μονοπάτι για τις Πολεμικές Τέχνες»